ΠΕΡΊ ΘΥΜΟΎ ΚΑΙ ΜΝΗΣΙΚΑΚΊΑΣ (Του Οσίου Κασσιανού)
ΠΕΡΊ ΘΥΜΟΎ ΚΑΙ ΜΝΗΣΙΚΑΚΊΑΣ
(Του Οσίου Κασσιανού)
«Ὅποιος θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ ἐλάττωμα τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ, καὶ ἂς ἀκούει τί παραγγέλλει τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Κάθε ἔχθρα καὶ ὀργὴ καὶ θυμὸς καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία, ἂς φύγει ἀπό σᾶς μαζὶ μὲ κάθε κακία». Λέγοντας τὴ λέξη «κάθε», δέ μᾶς ἄφησε καμία πρόφαση θυμοῦ οὔτε σὰν ἀναγκαία, οὔτε σὰν εὔλογη. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ διορθώσει τὸν ἀδελφό του ὅταν ἁμαρτάνει ἢ νὰ τοῦ βάλει ἐπιτίμιο, ἂς φροντίζει νὰ παραμένει ἀτάραχος, μήπως θέλοντας νὰ θεραπεύσει ἄλλον, ἀρρωστήσει ὁ ἴδιος καὶ ἀκούσει τὰ εὐαγγελικὰ λόγια: «Ἰατρέ, θεράπευσε πρῶτα τὸν ἑαυτό σου». Καὶ πάλι: «Γιατί βλέπεις τὸ ἄχυρο στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ δὲν παρατηρεῖς τὸ δοκάρι μέσα στὸ δικό σου μάτι;»
Ὁ μακάριος Παῦλος, πρόσθεσε: «Ὁ ἥλιος νὰ μὴ βασιλεύει ἀφήνοντάς σας θυμωμένους, ... οὔτε μέχρι τὴ δύση τοῦ ἡλίου δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατηροῦμε τὴν ὀργή.
Τι λοιπὸν θὰ ποῦμε γι' αὐτά, ἐμεῖς ὅπου ἀπὸ ἀγριότητα καὶ μανία τῆς ἐμπαθοῦς ψυχικῆς καταστάσεώς μας, ὄχι μόνο μέχρι τὴ δύση τοῦ ἡλίου διατηροῦμε τὴν ὀργή, ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλὲς ἡμέρες τὴν κρατᾶμε; Καὶ δὲ μιλᾶμε ἐκφράζοντας τὴν ὀργὴ μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴ σιωπὴ μεταξύ μας αὐξάνομε τὸ δηλητήριο τῆς μνησικακίας γιὰ ψυχικὴ καταστροφή μας. Καὶ δὲν γνωρίζομε ὅτι πρέπει ὄχι μόνο νὰ ἀπέχομε ἀπὸ τὴν ἐνεργητικὴ ὀργή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κατὰ διάνοια, γιὰ νὰ μὴ σκοτεινιάσει ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς μνησικακίας καὶ ξεπέσει ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πνευματικῆς γνώσεως καὶ τῆς διακρίσεως, καὶ στερηθεῖ τὴν κατοίκηση μέσα του τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος στὰ Εὐαγγέλια παραγγέλλει νὰ ἀφήνομε τὸ δῶρο μας στὸ θυσιαστήριο καὶ νὰ μονιάζομε πρῶτα μὲ τὸν ἀδελφό μας, γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει εὐπρόσδεκτο, ἂν διατηροῦμε μέσα μας θυμὸ καὶ μνησικακία. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος τὸ ἴδιο μᾶς διδάσκει, λέγοντας: «Νὰ προσεύχεστε ἀδιάλειπτα», καὶ «σὲ κάθε τόπο νὰ ὑψώνετε σὲ προσευχὴ ὅσια χέρια, χωρὶς ὀργὴ καὶ λογισμοὺς ἀπιστίας». Δὲν μένει λοιπόν, παρὰ ἢ νὰ μὴν προσευχόμαστε ποτέ, ὅποτε εἴμαστε ὑπεύθυνοι στὴν ἀποστολικὴ παραγγελία, ἢ νὰ φροντίζομε νὰ τηροῦμε τὴ διαταγὴ καὶ νὰ προσευχόμαστε χωρὶς ὀργὴ καὶ μνησικακία.
Καὶ ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἂν λυπηθοῦν ἢ ταραχθοῦν οἱ ἀδελφοί, ἀδιαφοροῦμε λέγοντας ὅτι δὲν λυπήθηκαν ἐξαιτίας μας, ὁ Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν, θέλοντας νὰ ξεριζώσει τὶς προφάσεις, παραγγέλλει νὰ ἀφήσομε τὸ δῶρο καὶ νὰ συνδιαλλαγοῦμε ὄχι μόνο ἂν εἴμαστε ἐμεῖς λυπημένοι κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸς εἶναι λυπημένος ἐναντίον μας δίκαια ἢ ἄδικα, νὰ τὸν θεραπεύομε δίνοντας ἐξηγήσεις, καὶ τότε νὰ προσφέρομε τὸ δῶρο μας.
Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα μὲ τοὺς θείους νόμους, νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη τη δύναμή μας ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀρρώστιας ποὺ ἔχομε μέσα μας· καὶ ὄχι, ἐπειδὴ στρέφομε τὸ θυμὸ ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἐπιδιώκομε τὴν ἐρημία καὶ τὴν ἀπομόνωση, γιατί δῆθεν ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν ἀφορμὲς νὰ μᾶς παρακινοῦν στὴν ὀργή, καὶ στὴ μόνωση θὰ κατορθώσομε εὔκολα τὴν ἀρετὴ τῆς μακροθυμίας. Ἐπειδὴ εἴμαστε ὑπερήφανοι καὶ δὲν θέλομε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἀποδίδομε στὴ δική μας ἀμέλεια τὶς ἀφορμὲς τῆς ταραχῆς, ἐπιθυμοῦμε νὰ χωριστοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἐνόσω λοιπὸν ἀποδίδομε στοὺς ἄλλους τὶς ἀφορμὲς τῆς ἀσθένειάς μας, εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσομε τὴν τελειότητα τῆς μακροθυμίας.
Τὸ κυριότερο λοιπὸν μέρος τῆς διορθώσεώς μας καὶ τῆς εἰρήνης μας δὲν κατορθώνεται ἀπὸ τὴ μακροθυμία τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δική μας ἀνεξικακία πρὸς τοὺς ἄλλους. Ὅταν ὅμως, ἀποφεύγοντας τὸν ἀγώνα τῆς μακροθυμίας, ἐπιδιώκομε τὴν ἔρημο καὶ τὴ μόνωση, τότε, ὅσα πάθη φέρνομε ἀθεράπευτα ἐκεῖ, εἶναι κρυμμένα μέσα μας καὶ δὲν χάθηκαν. Ἐπειδὴ ἡ ἐρημιὰ καὶ ἡ ἀναχώρηση σὲ ὅσους δὲν ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη τους, ξέρει ὄχι μόνο νὰ τὰ διατηρεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ σκεπάζει καὶ οὔτε ἐπιτρέπει νὰ αἰσθάνονται σὲ ποιὸ πάθος νικιοῦνται. Ἀπεναντίας ἡ ἔρημος ὑποβάλλει σ' αὐτοὺς νὰ φαντάζονται ὅτι ἀπόκτησαν ἀρετὴ καὶ τοὺς πείθει νὰ πιστεύουν ὅτι κατόρθωσαν τὴ μακροθυμία καὶ τὴν ταπείνωση, ὅσο δὲν εἶναι παρὼν κάποιος ποὺ νὰ τοὺς ἐρεθίζει καὶ νὰ τοὺς φέρνει σὲ δοκιμασία. Καὶ ὅταν τύχει ἀφορμὴ θυμοῦ ποὺ τοὺς προκαλεῖ καὶ τοὺς δοκιμάζει, ἀμέσως τὰ πάθη ποὺ βρίσκονται μέσα ἀποθηκευμένα καὶ λανθάνοντα, σὰν ἄλογα χωρὶς χαλινάρι ξεπηδοῦν ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ ἡσύχαζαν, θρεμμένα ἀπὸ τὴν μακρὰ ἡσυχία καὶ ἀργία, καὶ μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα καὶ ἀγριότητα σύρουν στὸν ὄλεθρο τὸν ἄνθρωπο ποὺ κάθεται πάνω σ' αὐτά. Γιατί περισσότερο ἐξαγριώνονται τὰ πάθη ὅταν στεροῦνται τὴ δοκιμασία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ γι' αὐτὸ πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν τελειότητα τῆς πραότητας, νὰ φροντίζουν ὅσο μποροῦν περισσότερο, ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων νὰ μὴν ὀργίζονται, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐναντίον τῶν ζώων, οὔτε κατὰ τῶν ἄψυχων. Γιατί θυμοῦμαι, ὅταν ἤμουν στὴν ἔρημο θύμωσα ἐναντίον καλαμιοῦ ποὺ δὲν μοῦ ἄρεσε τὸ πάχος ἢ ἡ λεπτότητά του. Ἐπίσης θύμωσα καὶ ἐναντίον ξύλου ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ κόψω ἀμέσως. Ἐπίσης καὶ ἐναντίον πέτρας ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ βγάζουν φωτιά, ὅταν προσπάθησα νὰ βγάλω φωτιὰ καὶ δὲν ἔβγαλε γρήγορα. Ἔτσι εἶχε δυναμώσει ἡ ὀργή, ὥστε νὰ στρέφεται καὶ κατὰ τῶν ἀναίσθητων πραγμάτων.»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου